1. Home
  2. News
  3. 10ο Πανελλαδικό Φεστιβάλ Ποντιακών Χορών

10ο Πανελλαδικό Φεστιβάλ Ποντιακών Χορών

10ο Πανελλαδικό Φεστιβάλ Ποντιακών Χορών
10ο Πανελλαδικό Φεστιβάλ Ποντιακών Χορών :

Ζωντανή μετάδοση σε HD, αποκλειστικά στο Livemedia

Η Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος σας προσκαλεί στο 10o Πανελλαδικό Φεστιβάλ Ποντιακών Χορών, που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014, στη Λάρισα, στο Κλειστό γήπεδο  της Νεάπολης στις 6.30 μ.μ.

Το φεστιβάλ θα μεταδοθεί ζωντανά, σε HD και αποκλειστικά από το διαδικτυακό κανάλι Livemedia, ενώ θα παραμείνει διαθέσιμο για on demand παρακολούθηση.




Η μετάδοση θα πραγματοποιηθεί με την άδεια του οργανισμού πνευματικών δικαιωμάτων ΑΕΠΙ.

Στα πλαίσια των εκδηλώσεων για το επετειακό δέκατο φεστιβάλ Ποντιακών χορών, η Οργανωτική Επιτροπή παρουσιάζει στις τοπικές κοινωνίες που εφέτος θα το φιλοξενήσουν αλλά και στους συμμετέχοντες και φίλους του Φεστιβάλ σε όλη την Ελλάδα, την Ιστορία και τον Πολιτισμό του Πόντου, μέσα από δημοσιεύματα στο Τύπο και στα ηλεκτρονικά έντυπα, σχετικών άρθρων και καταγραφών.

Δημήτρης Ψαθάς (Η Γη του Πόντου)


Γράφει ο Νίκος Κωνσταντινίδης, εκπαιδευτικός

Ο Δημήτρης Ψαθάς, δημοσιογράφος, ευθυμογράφος, χρονογράφος και θεατρικός συγγραφέας γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου το 1907. Ο πατέρας του λεγόταν Γιάννης και ήταν Τενέδιος, ενώ η μητέρα του λεγόταν Μαρία και ήταν Τραπεζούντια.
Ο Ψαθάς ήταν επιμελής μαθητής, καλός στη χρήση της ελληνικής γλώσσας και είχε την τύχη να σπουδάσει στο περίφημο «Φροντιστήριον της Τραπεζούντος». Ο δάσκαλός του όταν απευθυνόταν σ’ αυτόν τον αποκαλούσε «δημοσιογράφο», χαρακτηρισμό για τον οποίο δικαιώθηκε τα επόμενα χρόνια.
Στις καλοκαιρινές διακοπές βοηθούσε στα γραφεία της εφημερίδας «Φάρος της Ανατολής», των αδερφών Δημητρίου και Γεωργίου Σεράση. Δίπλωνε εφημερίδες και κολλούσε επάνω τους την ταινία των συνδρομητών, παίρνοντας με τον τρόπο αυτό το πρώτο βάπτισμα στη δημοσιογραφία.
Με το θάνατο του πατέρα του τα ξένοιαστα χρόνια πέρασαν μια για πάντα. Αναγκάζεται πλέον, και για λόγους οικονομικούς, να εργαστεί στο τυπογραφείο του «Ελεύθερου Λόγου», δουλειά που ήταν σκληρή για την παιδική του ηλικία. Γι’ αυτό και πήγε σε ελαφρότερη δουλειά στην εφημερίδα «Εποχή» του Νίκου Καπετανίδη.
Οι σκληρές αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων ρίζωσαν βαθιά στην ψυχή του: «Η μνήμη είναι ένα στυπόχαρτο που ό,τι έχει απορροφήσει το κρατά, δεν είναι σαν τη φωτογραφία που τ’ αποτυπώνει όλα. Τις εικόνες, όμως, που έχει απορροφήσει τίποτα δεν τις σβήνει και από αυτές οι πιο σπουδαίες συνθέτουν το μαγικό βιβλίο της παιδικής μας ζωής», θα γράψει, το 1966, στο βιβλίο του η «Γη του Πόντου».
Στη «Γη του Πόντου» αναφέρεται στην ιστορία του ποντιακού ελληνισμού, λίγο πριν από τα χρόνια της γενοκτονίας και καθ’ όλη τη διάρκειά της. Αντίθετα με το εύθυμο και ανάλαφρο ύφος στο οποίο μας έχει συνηθίσει ο συγγραφέας, στη «Γη του Πόντου» αναδεικνύεται η δυναμική του συγγραφικού του ταλέντου και καταγράφονται με ακρίβεια τα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν κατά τα χρόνια της Γενοκτονίας.
Η «Γη του Πόντου» έχει το σπάνιο χαρακτηριστικό να μην αποτελεί ένα ιστορικό γεγονός με εκτεταμένη αφήγηση γεγονότων, αλλά να περιλαμβάνει πολιτισμικές και ηθογραφικές πτυχές της ταυτότητας του ποντιακού ελληνισμού, όπως και συσχετισμούς αναφορικά με τις κινήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και την ερμηνεία των γεγονότων της διεθνούς πολιτικής σκηνής.
Χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ο χωρισμός του σε κεφάλαια, που αφορούν ιστορικά, πολιτικά ή στρατιωτικά γεγονότα, καθώς και η αναφορά στην ιστορία μεμονωμένων πόλεων ή χωριών. Με αυτόν τον τρόπο εύκολα ξεχωρίζει ο αναγνώστης τις κυριότερες ιστορικές στιγμές και τα γεγονότα που χάραξαν τη μοίρα του ελληνισμού του Πόντου.
Αξιοσημείωτο είναι, πως παρά τον Γολγοθά του ελληνισμού του Πόντου, ο συγγραφικός τόνος δε γίνεται ποτέ μίζερα κι επαναλαμβανόμενα θρηνητικός, αλλά αποτυπώνει σε όλο το βιβλίο, με την αξιοπρέπεια που ταιριάζει σε μια ελεγεία, τις απάνθρωπες διαστάσεις της ποντιακής γενοκτονίας. Όποιο περιστατικό κι αν αναφέρει ο Ψαθάς δεν υπολείπεται σε ζωντάνια και παραστατικότητα, αφού είναι επενδυμένο από μία πλούσια και εκφραστική γλώσσα. Κάτι ακόμη που αξίζει μνείας στο έργο αυτό, είναι το ύφος και το ήθος του συγγραφέα σε όλο το βιβλίο.
Αν και υπήρξε, δηλαδή, προσωπικός μάρτυρας των γεγονότων της Γενοκτονίας, δεν καταφέρεται σε ύβρεις και ακραίους χαρακτηρισμούς εναντίον των Τούρκων, αλλά τους θέτει αντιμέτωπους με την ευθύνη που έχουν έναντι της ανθρωπότητας και της ιστορικής αλήθειας. Δυστυχώς, η «Γη του Πόντου» δεν έτυχε της ανάλογης προβολής και αποδοχής. Ίσως γιατί εκδόθηκε στα δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια, ίσως γιατί η λέξη «πρόσφυγας» είχε ακόμη μειωτική σημασία, ίσως γιατί οι μνήμες να ήταν τόσο σκληρές, που οι ίδιοι οι πρόσφυγες να μην είχαν ακόμη το κουράγιο να τις αντικρίσουν. Για όποιον, όμως, θα ήθελε να έχει ουσιαστικές γνώσεις για τον ποντιακό ελληνισμό, η ανάγνωση του παρόντος βιβλίου, είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη. Πολλές σελίδες της «Γης του Πόντου» είναι κείμενα εθνικής αυτογνωσίας και μυσταγωγίας και όχι μόνο για τους Ποντίους αλλά και για τους άλλους Έλληνες, αναφέρει μεταξύ άλλων ο Κων/νος Ι. Δεσποτόπουλος πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών σε αναφορά του για το έργο του Δημ. Ψαθά.

Το 1923 ο Ψαθάς και η οικογένειά του ήρθε και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ήταν χρόνια σκληρά. Καθημερινά έδινε τη μάχη για τη βιοπάλη. Δύο χρόνια μετά, το 1925, δεκαοχτώ ετών πλέον, αφού προηγουμένως σπούδασε νομικά δίχως να πάρει πτυχίο, εισήλθε στη δημοσιογραφία, στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα». Παράλληλα συνεργαζόταν σε διάφορα εβδομαδιαία περιοδικά, όπου παρουσίασε τα πρώτα του ευθυμογραφήματα.
Το πηγαίο ταλέντο που είχε, δεν άργησε να το αποτυπώσει σε πλήθος βιβλίων. Δημιουργεί κωμικούς τύπους, σατιρίζει, καυτηριάζει. Ακόμη σχολιάζει πολιτικά και κοινωνικά θέματα με γνώση και με πάθος και γίνεται σύντομα αξιαγάπητος σ’ ένα πλατύ κοινό.
Ως το 1976 ήταν τακτικός ευθυμογράφος και χρονογράφος στα «Νέα» κι από το 1976 και μετά στην «Ελευθεροτυπία».
Στην αρχή της εργασιακής του πορείας εργαζόταν ως παιδί για τα θελήματα: Συχνά όμως αργούσε να επιστρέψει, επειδή του άρεζε να παρακολουθεί δίκες στα δικαστήρια.
Κι όταν τον ρωτούσαν τι ήταν αυτό που τον μαγνήτιζε, διηγούταν όλα όσα συνέβαιναν στην αίθουσα του δικαστηρίου με κάθε λεπτομέρεια. Έτσι ξεκίνησε τη δημοσιογραφική του καριέρα, ως δικαστικού συντάκτη.

Με από δέκα χρόνια γράφει στα «Αθηναϊκά Νέα», για στιγμιότυπα από δικαστικές αίθουσες με το ψευδώνυμο «ο μάρτυς», ενώ από το 1937 ανέλαβε το χρονογράφημα στην ίδια εφημερίδα, που ονομάσθηκε μεταπολεμικά «Τα Νέα», όπου και παρέμεινε για 40 περίπου χρόνια. Με τα «Εύθυμα και σοβαρά» ο Ψαθάς εμπότισε το χρονογράφημα με αρκετή δόση πολιτικής. Το 1937 γράφει το πρώτο του χιουμοριστικό βιβλίο, «η Θέμις έχει κέφια» και τον επόμενο χρόνο, «η θέμις έχει νεύρα».
Όλα τα έργα του Ψαθά έχουν διαχρονικό χαρακτήρα. Με το ευθυμογράφημά του, «Μαντάμ Σουσού» έχει βάλει τη σφραγίδα του στη ζωή της Ελλάδας. Μέσα από ένα ιδιαίτερο απαιτητικό λόγο θα ξεδιπλώσει τις θαυμαστές του ικανότητες, αναδεικνύοντας τα κακώς κείμενα της εποχής και ασκώντας οξεία κριτική.
Ευαίσθητος δέκτης των μηνυμάτων της ζωής, κάλυπτε την επικαιρότητα σε όλες τις καθημερινές εκφάνσεις της. Μαχητικός και δηκτικός, περιπαιχτικός και καλοπροαίρετος, ανέδειξε με μοναδικό τρόπο τα πρόσωπα και τα γεγονότα που σατίριζε. Η πένα του πότε αιχμηρή σαν νυστέρι και πότε απαλή σαν βαμβάκι, «έσφαζε» κι έτσουζε. Έγραψε συνολικά 25 θεατρικά έργα που παίχτηκαν απ’ όλους σχεδόν τους θιάσους της Αθήνας και από τους καλύτερους Έλληνες ηθοποιούς, σημαντικότερα των οποίων είναι: Το στραβόξυλο, Ο εαυτούλης μου, Φον Δημητράκης, Ζητείται ψεύτης, Ένας βλάκας και μισός, Φωνάζει ο κλέφτης, Η χαρτοπαίχτρα, Ξύπνα Βασίλη, Ο αχόρταγος κ. ά., που όλα τους γνώρισαν καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία και μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο.
«Ήμουν στο γραφείο με τον Ψαθά από το 1963 ως τότε που έφυγε από "Τα Νέα"», θυμάται ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. «Καθημερινά ερχόταν κατά τις 10.30-11.00. Έμπαινε μέσα σοβαρός, έλεγε μια καλημέρα και καθόταν να γράψει.
Θυμάμαι ότι, ενώ όλοι τότε γράφαμε στα γνωστά δημοσιογραφικά μπλοκ, εκείνος ζητούσε από τον καφετζή ένα μαχαίρι για να κόψει στη μέση τα χαρτιά κι έγραφε στο μισό χαρτί με μια χρυσή πένα πάρκερ - ποτέ με στυλό ή απλό μπικ. Όσο έγραφε δεν σήκωνε καθόλου το κέφαλο. Μόλις τελείωνε, πήγαινε να παραδώσει το χειρόγραφό του στην ύλη… Έπειτα επέστρεφε στο γραφείο, έπινε ένα ουζάκι με ένα φθηνομεζεδάκι, άναβε ένα τσιγάρο και έφευγε».

Η Μελίνα Μερκούρη αναφερόμενη στον Ψαθά είπε: «Είχε κατορθώσει να διανύσει μια τεράστια διαδρομή: Από τη μία άκρη του Ελληνισμού, από τον Πόντο, βρέθηκε στην Αθήνα και από τη δημοσιογραφία πέρασε στη λογοτεχνία κι από εκεί στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Πέτυχε σε όλα. Έγινε η πιο γελαστή φωνή στον σοβαροφανή κόσμο μας. Ο κόσμος τον λάτρεψε. Τον έβαλε για πάντα στην καρδιά του. Είχε - βλέπετε - το μεγάλο χάρισμα να λέει τα πιο σοβαρά πράγματα με τον πιο ανάλαφρο τρόπο. Γι’ αυτό διαβάζεται και παίζεται ακόμα, γι’ αυτό παραμένει επίκαιρος. Γιατί είναι από τη στόφα των κλασικών».
Τελευταία βιβλία του ήταν: Σε ήχο πλάγιο και Μαίηντ ιν Αμέρικα. Υπήρξε σύμβουλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων καθώς και μέλος της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ). Πέθανε στις 13 Νοέμβρη του 1979 σε ηλικία 72 ετών. (Πηγή: Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ, «Γη του Πόντου» Δημ. Ψαθά, Εφ. Έθνος, 16-10-2014, Γεώργιος Βαϊκάλης)

ΧΟΡΗΓΟI ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. LIVEMEDIA.GR

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ-Αυτό που ο Θεός γράφει, δεν ξεγράφεται.

Σε επιμέλεια και μετάφραση της Λένας Σαββίδου, προέδρου της Ευξείνου Λέσχης Ποντίων και Μικρασιατών ν. Τρικάλων.
Το συγκεκριμένο παραμύθι παρουσιάστηκε στην ποντιακή διάλεκτο τον Φεβρουάριο του 1954, μέσα από τα «Χρονικά του Πόντου. Πρόκειται για παραμύθι της περιοχής Χαλδίας που το κατέγραψε και το απέδωσε ο Γεώργιος Κανδηλάπτης.
Κάθε φορά που αναγκάζομαι να μεταφράσω κείμενο μας, αισθάνομαι πως το «φτωχαίνω». Προσπαθώ να κρατήσω, όσο αυτό είναι δυνατό, το ύφος, ώστε να μη χαθεί η χροιά της ροής του Ποντιακού λόγου, μα σίγουρα το αυτούσιο στη διάλεκτο του κείμενο, είναι αξεπέραστης αισθητικής. Σε αντιστάθμισμα τούτου του εκ ανάγκης «πταίσματος» όμως, μπορούν τόσο οι νεώτεροι, οι μη γνωρίζοντες την Ποντιακή, μα και οι «αλλέτεροι» να γνωρίσουν τον κόσμο των παραμυθιών μας, πλησιάζοντας εγγυτέρα τον Ποντιακό πολιτισμό.

Έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και είχε γιο «κιαμούλ καί ἀχουλούν», φρόνιμο κι έξυπνο δηλαδή. Ο βασιλιάς χαιρόταν πως όταν πεθάνει θα αφήσει πίσω του διάδοχο «πεδιξασμένον». Στα κάμποσα χρόνια επάνω, ο γιος του βασιλιά παρακάλεσε τον πατέρα του να του δώσει την άδεια να περιδιαβεί στο βασίλειο του πατέρα του και να γνωρίσει τους ανθρώπους του, να δει τα «ἀτέτα» τους, τις συνήθειες τους δηλαδή, να μάθει πολλά πράγματα και να κυβερνήσει κι εκείνος σαν τον πατέρα του όμορφα. Ο πατέρας του, του έδωσε την άδεια και ένα σακούλι με λίρες και τον «ἐπροβόδωσεν».
Το βασιλόπουλο για να μην τον γνωρίσουν φόρεσε «λώματα», ρούχα δηλαδή, χωριάτικα. Κρέμασε στη μέση του ένα σπαθί και βγήκε στο δρόμο. Στις δύο ημέρες επάνω, πήγε σε μία πολιτεία και είδε πως ένας άνθρωπος έγραφε πάνω σε κομμάτια χαρτιού δυο τρία λόγια και τα πετούσε στη θάλασσα. Τον πλησίασε και τον καλημέρισε. «Καλώς το βασιλόπουλο απάντησε ο γέροντας και ο νεαρός θαύμασε και τον ρώτησε: «πώς γνωρίζεις που είμαι βασιλόπουλο;» -«Εγώ», είπε ο γέρος, «ξέρω του καθενός την τύχη!»
Έβγαλε τότε το βασιλόπουλο και του έδωσε ένα φλουρί κι ο γέροντας του πρόβλεψε: « Σε ένα χωριό που θα πας, θα βρεις ένα εφτάχρονο κορίτσι άρρωστο, που θα την πάρεις για γυναίκα σου».
Ξαναθαύμασε την ικανότητα του γέροντα το βασιλόπουλο και έβαλε στο νου του να πάει να βρει το κορίτσι και να το σκοτώσει, γιατί άρρωστη γυναίκα δεν ήθελε να πάρει. Αφού γύρισε αρκετά χωριά, κάποτε έφτασε μουσαφίρης και στο χωριό που του χε πει ο γέροντας μάντης.
Οι οικοδεσπότες που τον δέχθηκαν στο σπίτι τους ήταν άνθρωποι γελαστοί και φιλόξενοι μα τόσο πολύ φτωχοί που «πεντικός ἀπέσ’ ’ς ὀσπίτ’ν ἀτουν ’κ ἐλευροῦτον», δηλαδή και το ποντίκι νηστικό έμενε στο σπίτι αυτό μιας κι ούτε καν αλεύρι δεν μπορούσε να βρει να φάει. Τους λυπήθηκε το βασιλόπουλο και έβγαλε και τους έδωσε ένα φλουρί κι αυτοί πήγαν κι αγόρασαν «το κάλλος του Θεοῦ» κι έφαγαν και διασκέδασαν.
Εκεί που έτρωγαν ακούσανε μια φωνή: «Μάνα, φέρε μου λίγο νερό». Ρώτησε ο νέος ποιος τους φώναξε κι εκείνοι του είπαν πως είχαν μια κόρη που βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο και πως ήταν εφτά χρονών και πολύ άρρωστη και δεν πέθαινε να σωθούνε.
Ο νεαρός κατάλαβε αμέσως πως αυτή ήταν η τύχη του, όπως του είχε προβλέψει ο γέρος μάντης κι έβαλε στο νου του να τη σκοτώσει. Και τη νύχτα, όταν κοιμήθηκαν οι γονείς του κοριτσιού σηκώθηκε κρυφά, κοίταξε και είδε πως σε μια κούνια μέσα κοιμάται ένα «μεχλέντς, άρρωστο και νεραξίαν», ένα μικρό άρρωστο σίχαμα δηλαδή και σήκωσε το σπαθί του και το κάρφωσε στου μωρού την κοιλιά. Φοβούμενος τις συνέπειες έφυγε τρέχοντας και ξεχνώντας τα φλουριά του κάτω από το μαξιλάρι του.
Ο Θεός όμως δεν ξέχασε το πλάσμα του και το μαχαίρι «ἐπῆγεν ἐξώφυλλα» -δεν κατόρθωσε να επιφέρει το θάνατο της- και καθώς το κορίτσι είχε στην κοιλιά του μια άσχημη πληγή σύρθηκε κι έτρεξαν από μέσα αίματα και φαρμάκια μαζί και πήρε ανάσα και «ἐκούγιξεν»: «Μάνα έλα, κάτι έπαθα!»
Έτρεξαν οι γονείς της και βρήκαν το μαχαίρι. Τους είπε τότε η κοπέλα πως ένα παλληκάρι το κάρφωσε στην κοιλιά της κι έτσι έτρεξαν έξω τα δηλητήρια κι έγινε καλά. Κατάλαβαν πως ο μουσαφίρης τους το έκανε κι έτρεξαν στο δωμάτιο του μα εκεί βρήκαν μόνο τα φλουριά.
Με τις λίρες που βρήκαν έχτισαν ένα μεγάλο χώρο φιλοξενίας κι όποιος έφτανε στα μέρη τους πήγαινε στον οντά τους κι έτρωγε κι έπινε και κοιμόταν και τους ευχόταν και μετά έφευγε. Όλος ο κόσμος άρχισε να το συζητά το καλό που έκαμαν. Ήταν καλό Χριστιανικό που ούτε ο βασιλιάς το έκαμε. Σαν το έμαθε ο βασιλιάς στέλνει στο χωριό το γιο του να δει ποιος ήταν αυτός που έκανε τέτοιο «σοχρέτ», θεοφιλές έργο δηλαδή.
Όταν έφθασε εκεί ο γιος του βασιλιά, είδε μια όμορφη και χιλιέμορφη κοπέλα να κάθεται στο μπαλκόνι και να κεντά ένα μαντήλι. Από την ομορφιά της έλαμπε σαν τον ήλιο και την αγάπησε αμέσως.
Κάθησε λίγες ημέρες στον τόπο εκείνο κι έπειτα γύρισε και ζήτησε από τον πατέρα του να στείλει προξενητάδες και να τον αρραβωνιάσουν με την κοπέλα που αγάπησε. Τι να έκαμε κι ο βασιλιάς; Εκπλήρωσε το χατίρι του γιου του κι έστειλε τον έμπιστο του άνθρωπο και αρραβώνιασε το γιο του με την κοπέλα και στις 40 ημέρες επάνω, έκαμαν και τη «χαρά».
«Ντο καιρόν ντό ἐπαρεθέκαν άτ’ς», όταν βρεθήκαν μόνοι θα λέγαμε σήμερα εμείς, ο νεαρός είδε τη «σύχναν» το σημάδι δηλ του μαχαιριού στης κοπέλας την κοιλιά και την παρακάλεσε να του πει πως έγινε και είχε αυτή τέτοιο σημάδι επάνω της.
Η κοπέλα «σιφτέν ’κ’εθέλεσεν», στην αρχή δεν θέλησε, αλλά μετά τα παρακάλια του, του είπε πως ένας κλέφτης πήγε κι έμεινε κάποτε στο σπίτι τους κι εκείνος τη μαχαίρωσε, αλλά ο θεός τη λυπήθηκε και κακό δεν έπαθε. Μοναχά τα δηλητήρια που την κρατούσαν άρρωστη έτρεξαν έξω κι έτσι έγινε καλά.
Τότε ο νεαρός, έπεσε στα χέρια της και της είπε πως εκείνος έκανε το κακό και «εψαλάφεσεν συγχώρησιν» και έζησαν καλά και ευτυχισμένα και βγήκε και ο λόγος που λέει: «Ὁ Θεός ντό γράφτ’ ’κι’ ἀπογράφκεται».

ΧΟΡΗΓΟI ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. LIVEMEDIA.GR


Η Πόντια γυναίκα στη λαογραφία και στην ιστορία του Πόντου.

Της Αρχοντούλας Κωνσταντινίδου, Φιλολόγου


Η ταυτότητα και οι αξίες κάθε πολιτισμού φανερώνονται από τη λαογραφία και από τις αντιλήψεις του. Πράγματι, για να κατανοήσουμε την κάθε φυλή ή τον εκάστοτε πολιτισμό στις ακριβείς του διαστάσεις, δεν έχουμε παρά να μελετήσουμε τη φυσιογνωμία του, έτσι όπως την εκφράζει η λαϊκή Μούσα, που ο ίδιος δημιούργησε.




Γι’ αυτό, λοιπόν, αξίζει να σταθούμε στη μορφή της Πόντιας γυναίκας, όπως αυτή εκφράστηκε λαογραφικά, αλλά και όπως παρουσιάστηκε στην ιστορική της διαδρομή. Αξιοσημείωτο είναι πάντως το γεγονός πως, αν και έζησε σε ανδροκρατούμενες εποχές και κάτω από αναχρονιστικές αντιλήψεις, η Πόντια γυναίκα διακρίθηκε για τον δυναμισμό και την αποφασιστικότητά της.
Εξετάζοντας την παρουσία της, όπως αυτή αποτυπώνεται λαογραφικά, διαπιστώνουμε πως η γυναίκα είναι αυτή που θυσιάζεται στο παραδοσιακό ποντιακό τραγούδι «Τη Τρίχας το γιοφύρι», που αποτελεί την ποντιακή παραλλαγή του «γεφυριού της Άρτας». Όταν καταλαβαίνει τη μοίρα που την περιμένει, λέει πως δε λυπάται τα κάλλη ή τα νιάτα της, παρά μονάχα λυπάται το παιδί της, που έχει αφήσει να κοιμάται. Η μορφή της μάνας είναι αυτή που αναδεικνύεται, άλλωστε, στο ακριτικό τραγούδι για τους «Τραντέλλενες», καθώς η λαϊκή Μούσα μακαρίζει τη μητέρα που γεννά τον «Τραντέλλενα» (Τραντέλλενας=ο τριάντα φορές Έλληνας), ο οποίος είναι ταγμένος στον πόλεμο για την ελευθερία. Η μητέρα, που στέλνει τον γιο της στον πόλεμο για την ελευθερία, μας θυμίζει έντονα τη Σπαρτιάτισσα μητέρα, που παραδίδει στον γιο της την ασπίδα λέγοντάς του: «ή ταν ή επί τας».
Ως σύζυγος, παρουσιάζεται ατρόμητη και πιστή. Στο παραδοσιακό τραγούδι του «Γιάννε του Μονόγιαννε» πηγαίνει αγέρωχα και άφοβα να παλέψει τον δράκο, που απειλεί να κατασπαράξει τον Γιάννη. Το θάρρος της θαυμάζει και ο ίδιος ο δράκος, ο οποίος της ζητά να θεωρεί τον Γιάννη αδελφό του και αυτή νύφη του. Η ιδιότητα της πιστής συζύγου εξυμνείται και στο δημοτικό τραγούδι του «Μάραντου». Παρόλη την εχθρική αντιμετώπιση των πεθερικών, που τη διώχνουν από το σπίτι, όταν ο Μάραντος φεύγει στον πόλεμο, εκείνη μένει πιστή σ’ εκείνον και, όταν τον συναντά επτά χρόνια μετά χωρίς να τον αναγνωρίζει, δηλώνει πως θα περιμένει τον σύζυγό της, και αν εκείνος δεν επιστρέψει, τότε θα καλογερέψει.
Η γυναικεία παρουσία, όπως αποδόθηκε μέσα στη λαογραφία, εκφράστηκε και ιστορικά. Η αγάπη για την ελευθερία και η θυσία αντί του εξευτελισμού διατρανώθηκε με την αυτοκτονία των 30 νέων κοριτσιών στο Κάστρο του Κιζ-Καλεσί (=Κάστρο της Κοπέλας) στην περιοχή της Πάφρας του Δυτικού Πόντου. Το 1680 ο στυγερός Ντερέμπεης Χασάν Αλήμπεης είχε βαλθεί να αφανίσει όλους τους χριστιανούς κατοίκους που είχε στην περιοχή της δικαιοδοσίας του. Για να καταφέρουν να γλυτώσουν, πολλοί κάτοικοι των γύρω χωριών κλείστηκαν στο κάστρο, ελπίζοντας πως οι Τούρκοι θα εγκαταλείψουν την πολιορκία μετά από κάποιες μέρες. Ωστόσο οι Τούρκοι συνέχισαν την πολιορκία κι έτσι, έπειτα από 48 ημέρες, άλλοι πέθαναν από την πείνα, άλλοι έχασαν τα λογικά τους, ενώ 30 κοπέλες προτίμησαν να πέσουν από το κάστρο στα κοφτερά βράχια της όχθης του ποταμού Άλυ (σημερινή ονομασία Κιζίλ Ιρμάκ) και να σκοτωθούν, παρά να πιαστούν αιχμάλωτες των Τούρκων. Οι Παφραίοι, για να τιμήσουν τη θυσία των κοριτσιών από τότε χορεύουν τον χορό «θανατί λάγγεμαν» (=το πήδημα του θανάτου) και αναπαραστάσεις της αυτοκτονίας των κοριτσιών έγιναν πολλές φορές από τα Παρθεναγωγεία της Πάφρας. Παρόμοιες πράξεις αυτοθυσίας είχαμε κατά τα χρόνια της γενοκτονίας στο Σιμικλί της Χαλδίας και στην Κουνάκα της Ματσούκας, όπου 26 γυναίκες έπεσαν στον Πρύτανη ποταμό και πνίγηκαν, για να αποφύγουν την ατίμωση από τους Τούρκους. (24 Απριλίου 1916)
Κατά τα χρόνια της γενοκτονίας η Πόντια γυναίκα υπήρξε η πιο τραγική μορφή της εκδικητικής μανίας των Τούρκων. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στη βιολογική της αδυναμία, αλλά κυρίως στο γεγονός πως αυτή εξασφαλίζει τη βιολογική συνέχεια του λαού. Στόχος των Τούρκων ήταν να σκοτώσουν, να ατιμάσουν και να εξευτελίσουν τη γυναικεία ύπαρξη και δε δίστασαν να το κάνουν ακόμη και μέσα σε ιερές μονές. Στα «Πρακτικά της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης στην Αθήνα, Απρίλιος 1921» διαβάζουμε: «Πέντε πτώματα Ελλήνων εν αποσυνθέσει έκειντο άταφα εν τω προαυλίω της Μονής, πέντε δε έτερα εν τω εσωτερικώ της Μονής, εντός δε δωματίου έκειτο γυμνόν και αποκεφαλισμένον με πληγήν επί του στήθους δια ξιφολόγχης το πτώμα της εικοσαετούς νεάνιδος Κυριακής εις στάσιν μαρτυρούσαν την επ’ αυτής διαπραχθείσαν ατίμωσιν».
Στον Δυτικό Πόντο, όπου για να προστατευθούν οι Πόντιοι, κατέφυγαν στα βουνά και κρύβονταν σε σπηλιές, πολλές γυναίκες, οι οποίες έχασαν τους άντρες και τα παιδιά τους, ζώστηκαν τα άρματα και πολέμησαν τους Τούρκους με απαράμιλλη γενναιότητα. Εφόσον είχαν μικρά παιδιά, πολεμούσαν με αυτά δεμένα στην πλάτη τους. Αξίζει να σημειωθεί πως φορούσαν κι αυτές την αντρική πολεμική φορεσιά και οι Τούρκοι δεν ήξεραν αν πολεμούν με άντρες ή γυναίκες. Από τις πιο γνωστές μορφές του ποντιακού αντάρτικου ήταν η αντάρτισσα Πελαγία Οξούζογλου, η Αναστασία Ανθοπούλου, η Βασιλική Δεδέογλου και πολλές άλλες, τις οποίες έχει καταγράψει ο συγγραφέας Γεώργιος Θ. Αντωνιάδης στο βιβλίο του «Γυναίκες Καπετάνισσες στο Αντάρτικο του Πόντου» .
Η αναγνώριση από την πλευρά της Τουρκίας των γενοκτονιών που έχει διαπράξει, θα αποτελέσει την ελάχιστη ηθική δικαίωση απέναντι σε όλα τα θύματά της. Είναι, άλλωστε, οξύμωρο από τη μια να γυρίζει μια ταινία-υπερπαραγωγή για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και από την άλλη να αρνείται τις γενοκτονίες των χριστιανικών λαών της Ανατολής.
ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ

του Κωνσταντίνου Φωτιάδη,
Καθηγητή Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας



(απόσπασμα από το άρθρο του ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ)

Tα δικαστήρια ανεξαρτησίας, που στην πραγματικότητα ήταν μεσαιωνικά στρατοδικεία, με συνοπτικές διαδικασίες οδηγούσαν τους περισσότερους στον "διά της αγχόνης" θάνατο. H επιλογή των προσώπων ήταν αυστηρά επιλεκτική. Συλλαμβάνονταν όσοι είχαν διακριθεί στα γράμματα, την οικονομία και την πολιτική.

O Σεπτέμβριος του 1921 κατέχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία του ποντιακού ελληνισμού, εξαιτίας κυρίως του αποτρόπαιου και στυγερού εγκλήματος που διέπραξε η κεμαλική κυβέρνηση σε βάρος της πολιτικής, θρησκευτικής, οικονομικής και πνευματικής ελληνικής ηγεσίας. O Mουσταφά Kεμάλ γνώριζε πολύ καλά τον τρόπο να εξαφανίσει την εθνότητα που σεβόταν και αγωνιζόταν να διατηρήσει, μέσα σε μια πολυπολιτισμική αυτοκρατορία, την εθνική και θρησκευτική της συνείδηση και ταυτότητα. Iδρύοντας τα δικαστήρια ανεξαρτησίας ως μηχανισμό εξουσίας και τρομοκρατίας για τους μουσουλμάνους αντιπάλους αλλά και για τις αντικεμαλικές εθνότητες, πέτυχε σε σύντομο χρονικό διάστημα την αποδιοργάνωση των αντικεμαλικών και τη συρρίκνωσή τους. H μέθοδος και τα αποτελέσματα των αποφάσεων αποδείχθηκαν ομολογουμένως ο καλύτερος τρόπος εξαφάνισης των Eλλήνων του Πόντου. Tα μέλη των δικαστηρίων ανεξαρτησίας (Iστικλάλ Mουχακεμεσή) δεν ανήκαν στο δικαστικό κλάδο. Oι περισσότεροι ήταν απλοί πολίτες, διαλεγμένοι μέσα από τις φανατικότερες ομάδες παντουρκιστών, με διατεταγμένη εντολή να καταδικάζουν με τον πλέον αυστηρό τρόπο όσους Έλληνες παραπέμπονταν σε δίκη. Mε τις συνοπτικότερες διαδικασίες τα τριμελή αυτά δικαστήρια σκοπιμότητας δίκαζαν και πάντοτε καταδίκαζαν τους αθώους Έλληνες του μαρτυρικού Πόντου. Kανένα ένδικο μέσο δεν επιτρεπόταν, ούτε μάρτυρες υπεράσπισης. Kατά το διάστημα λειτουργίας τους δεν τηρήθηκαν ούτε στοιχειώδεις κανόνες που προβλέπονται για τους θανατοποινίτες, καθώς η καταδίκη των κατηγορουμένων Eλλήνων ήταν προαποφασισμένη.

Στον Πόντο έδρα των δικαστηρίων ανεξαρτησίας ορίστηκε η πόλη Aμάσεια στην ενδοχώρα, σε μεγάλη απόσταση από τα παραλιακά αστικά κέντρα όπου έδρευαν προξενεία και διεθνείς εμπορικοί οίκοι.

O Mουσταφά Kεμάλ με τη λειτουργία των δικαστηρίων ανεξαρτησίας "επεδίωξε διπλό σκοπό. 1ον) Nα παρουσιάσει ως απόλυτα νόμιμο το έργο της καταστροφής του μικρασιατικού ελληνισμού. 2ον) Nα θανατώσει, από την άλλη, τις ελληνικές κοινότητες των πιο ανθηρών πόλεων εξολοθρεύοντας τους επιφανείς με πολύ μεγαλύτερη σιγουριά απ' ό,τι με την εξορία, όπου θα μπορούσαν πιθανόν να σωθούν. Aυτό το τελευταίο αποτέλεσμα εξάλλου επιτεύχθηκε, γιατί εκατοντάδες απ' αυτούς τους επιφανείς κρεμάστηκαν ή τουφεκίστηκαν κυρίως

στην Aμάσεια, όπου οι φυλακές ξεχείλισαν από διακεκριμένες προσωπικότητες των επιστημών και του εμπορίου, προερχόμενες απ' όλα τα μέρη της περιοχής του Πόντου".

H θλιβερή αγγελία των απαγχονισμών ευαισθητοποίησε όχι μόνο τον ελληνικό λαό αλλά και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Tο επίσημο περιοδικό του Oικουμενικού Πατριαρχείου Eκκλησιαστική Aλήθεια αφιέρωσε, με τον τίτλο "Προ της Nέας μαρτυρικής σορού", στις 25 Σεπτεμβρίου 1921, τις δύο πρώτες σελίδες του στα θύματα της κεμαλικής κυβέρνησης.

H καταδίκη και ο απαγχονισμός στην πλατεία της Aμάσειας όλης της θρησκευτικής, πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας ήταν μια προσχεδιασμένη γενοκτονική πράξη την οποία αναγκάστηκαν να καταδικάσουν ακόμη και οι πρόσφατα φιλικά προσκείμενες στην κεμαλική κυβέρνηση πρώην συμμαχικές χώρες Γαλλία και Iταλία, αλλά και όλες οι ευρωπαϊκές.

info@poe.org.gr (ΥΠ ΟΨΙΝ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ 10ου ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΠΟΝΤΙΑΚΩΝ ΧΟΡΩΝ)

10ofestivallarisa@gmail.com

ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Για την ιστοσελίδα της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος πατήστε εδώ
Για το Web Tv της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος πατήστε εδώ
Για το Facebook page του 10 Φεστιβάλ Ποντιακών Χορών πατήστε εδώ
© 2026 - Livemedia. All Rights Reserved