1. Home
  2. News
  3. 12 Ιουλίου: Εορτάζει σήμερα ο Άγιος Παΐσιος

12 Ιουλίου: Εορτάζει σήμερα ο Άγιος Παΐσιος

12 Ιουλίου: Εορτάζει σήμερα ο Άγιος Παΐσιος

Στις 12 Ιουλίου γιορτάζεται η μνήμη του Αγίου Παΐσιου

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης ήταν Έλληνας Καππαδόκης μοναχός του 20ού αιώνα που έγινε ευρέως γνωστός για τον μοναστικό του βίο και το έργο του. Η κατάταξή του ως Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας πραγματοποιήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στις 13 Ιανουαρίου 2015 και η μνήμη του γιορτάζεται στις 12 Ιουλίου, ημερομηνία κοιμήσεώς του. Το 2017, ανακηρύχθηκε προστάτης άγιος του στρατιωτικού όπλου των Διαβιβάσεων, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

«Η Χάρη που έχει ο γέροντας Παΐσιος έχει μεγαλύτερη αξία από τη δική μου, γιατί αυτήν την απέκτησε μετά από κόπο και ασκητικούς ιδρώτες, ενώ εμένα ο Θεός μου την έδωσε εντελώς δωρεάν, όταν ήμουν πολύ μικρός, μόνο και μόνο για να βοηθηθούν οι αδελφοί».

— Ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης για τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη

Η παιδική ηλικία και τα πρώτα χρόνια του μοναστικού βίου

Γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 1924 στα Φάρασα της Καππαδοκίας και ήταν γιος του Προδρόμου και της Ευλογίας-Ευλαμπίας Εζνεπίδη. Είχε άλλα οκτώ αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, βαφτίστηκε από τον ιερέα της ενορίας Αρσένιο, τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνώρισε ως άγιο το 1986.

Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού τότε Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, λόγω της ελληνοτουρκικής ανταλλαγής πληθυσμών, μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, έφτασε στο λιμανάκι του Αγίου Γεωργίου Κερατσινίου στον Πειραιά. Στη συνέχεια μετέβη στην Κέρκυρα, όπου και τακτοποιήθηκε προσωρινά στο Κάστρο, για ενάμιση χρόνο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ηγουμενίτσα και κατέληξε στην Κόνιτσα, όπου ολοκλήρωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριο του «με βαθμό οκτώ και διαγωγή εξαίρετο». Από μικρός συνεχώς είχε μαζί του ένα χαρτί, στο οποίο σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και διακαώς επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν «βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε».

Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό, ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν του παραγγελλόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος, συμμεριζόμενος την θλίψη της οικογένειας, αλλά και τη φτώχεια της εποχής, δεν ζητούσε χρήματα.

Ο Αρσένιος εισήλθε πρώτη φορά στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του, έτσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος.

Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με τον λόγο του Ευαγγελίου. Επί τέσσερα έτη έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, όπου αγαπήθηκε πολύ από τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον χαρακτήρα του.

To 1962 πήγε στο Όρος Σινά, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος.

Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος και έμεινε στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου Ιβήρων. Την εποχή εκείνη ήταν υποτακτικός του Ρώσου μοναχού Τύχωνα, μέχρι το θάνατό του το 1968, μετά τον οποίο, ακολουθώντας την επιθυμία του Τύχωνα, έμεινε στο κελί του για έντεκα χρόνια. Τον ίδιο χρόνο, συμβούλεψε έναν από τους κοντινότερους μαθητές του, τον Βασίλειο Γοντικάκη, να γίνει ηγούμενος για να βοηθήσει την ανακατασκευή της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Σταυρονικήτα, που ήταν σημαντικό βήμα για την αναβίωση του μοναχισμού στον Άθω. 

Ασθένεια και νοσηλεία στη Θεσσαλονίκη

Το καλοκαίρι του 1965 ο Άγιος Παΐσιος γνωρίσθηκε με τον συμπατριώτη του Μικρασιάτη Γέροντα Πολύκαρπο Μαντζάρογλου. Ο πατήρ Πολύκαρπος ενεργοποίησε τα πνευματικά του παιδιά, γιατρούς και νοσοκόμες, ώστε να εξετασθεί ο Άγιος Παΐσιος και να ακολουθήσει κατάλληλη περίθαλψη λόγω των προβλημάτων υγείας που εμφάνισε. Οι ιατροί συνέστησαν χειρουργική επέμβαση λόγω εκτεταμένης βρογχεκτασίας αριστερού πνεύμονος. Όμως ο άγιος παρακάλεσε τον π. Πολύκαρπο να μην προχωρήσουν οι διαδικασίες για να επιστρέψει στο Άγιο Όρος. Αργότερα ο άγιος Παΐσιος επανήλθε στη Θεσσαλονίκη για να συναντήσει εκ νέου τον π. Πολύκαρπο Μαντζάρογλου, και να πραγματοποιηθεί η επέμβαση. Αυτή τη φορά ο άγιος έδωσε τη σειρά του σε ένα άρρωστο παιδί το οποίο νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο "Γεώργιος Παπανικολάου" διότι είχε μέσα σε κάποιο βρόγχο του ένα φυλλαράκι από πουρνάρι και αυτό το έκανε και υπέ­φερε. Έτσι η δική του επέμβαση καθυστέρησε και πάλι.

Ο άγιος Παΐσιος εισήχθη μετέπειτα στο Νοσοκομείο "Γεώργιος Παπανικολάου" της Θεσσαλονίκης και υποβλήθηκε σε εγχείρηση μερικής αφαίρεσης πνεύμονα. Στο Νοσοκομείο χρειάσθηκε να παραμείνει περισσότερο από δύο μήνες. Καθώς οι τομές ήταν εκτεταμένες, ο γιατρός υπέδειξε να βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη ένα μήνα ακόμη. Με μέριμνα του π. Πολυκάρπου βρέθηκε οικία στην πόλη όπου φιλοξενήθηκε ο άγιος, μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος.

Ο Άγιος Παΐσιος, όταν έβγαινε από το Άγιον Όρος για λόγους υγείας φιλοξενούνταν στο Ησυχαστήριο της Μονής Σουρωτής και εκεί συναντούσε τον πατέρα Πολύκαρπο Μαντζάρογλου, ο οποίος ήταν Πνευματικός του Ησυχαστηρίου, και συζητούσαν ανταλλάσσοντας πνευματικές εμπειρίες. Η συμβολή του Αγίου στον πνευματικό καταρτισμό των μοναζουσών ήταν πολύτιμη και έτσι ο πατήρ Πολύκαρπος έφτιαξε ένα κελλάκι στο βουνό, για να μένει ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος όταν επισκεπτόταν το Ησυχαστήριο.

Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου. Μετά μεταφέρθηκε στη Μονή Σταυρονικήτα όπου βοήθησε σημαντικά σε χειρωνακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού. Το 1979 αποχώρησε από την σκήτη του Τιμίου Σταυρού και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εντάχθηκε στη μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Η Παναγούδα ήταν ένα κελί εγκαταλελειμμένο και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.
Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσα που είχε στο κελί του, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπόμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, γνωστοί του γιατροί τον μετέφεραν στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης Θεαγένειο, όπου και χειρουργήθηκε. Ο Γέροντας συνέχισε, παρά την αντίθεση των γιατρών, τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε περαιτέρω την κατάσταση της υγείας του.

Μετά το 1993 παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιο Όρος και πήγε στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή - Βασιλικά Θεσσαλονίκης για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 χειρουργήθηκε.

Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο Γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιον Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Τελικά απεβίωσε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00 σε ηλικία 69 ετών και ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή - Βασιλικά Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην Εορτή του, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.
Στις 13 Ιανουαρίου 2015 συνήλθε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αποφάσισε την κατάταξη του μοναχού Παϊσίου του Αγιορείτου στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στις 2 Νοεμβρίου 2017, ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, ανακηρύχθηκε προστάτης του όπλου των Διαβιβάσεων στον Ελληνικό Στρατό. Ο πρώτος στην Ελλάδα ενοριακός ναός που είναι αφιερωμένος στον Άγιο είναι εκείνος που βρίσκεται στη Νέα Έφεσο Πιερίας και στην Κύπρο ο Ιερός Ναός Αγίων Παϊσίου Αγιορείτου και Αρσενίου Καππαδόκου στην Εκάλη της Λεμεσού.

Αποφθεύγματα του Αγίου Παϊσίου

«Συνετός και μυαλωμένος άνθρωπος είναι εκείνος που αντελήφθη καλώς ότι υπάρχει τέρμα της παρούσης ζωής και σπεύδει και αυτός να θέσει τέρμα εις τα σφάλματα και ελαττώματά του».

«Η εμπιστοσύνη στον θεό είναι μια συνεχής μυστική προσευχή που φέρνει αθόρυβα τις δυνάμεις του θεού εκεί που χρειάζονται και την ώρα που χρειάζονται».

«Εκείνος που αγωνίζεται πολύ καιρό και δεν βλέπει πνευματική πρόοδο έχει υπερηφάνεια και εγωισμό. Πνευματική πρόοδος υπάρχει εκεί που υπάρχει πολύ ταπείνωση.»

«Δεν μπορούν να μας συμφιλιώσουν με τον Θεό τόσο οι σωματικοί αγώνες και οι κόποι, όσο η συμπάθεια της ψυχής και η φιλανθρωπία και η προς τον πλησίον αγάπη».

«Εάν θέλεις να «πιάσεις» τον Θεό, για να σε ακούσει, όταν προσευχηθείς, γύρισε το κουμπί στη ταπείνωση, γιατί σ’αυτήν την συχνότητα εργάζεται ο Θεός».

«Αυτοί που παιδεύονται και δεν φταίνε αποταμιεύουν. Αυτοί που φταίνε, εξοφλούν».

«Η μεγαλύτερη αρρώστια είναι η υπερηφάνεια, η οποία μας μετέφερε από τον παράδεισο στη γη, και από τη γη προσπαθεί να μας πάει στην κόλαση».

«Οι πολλές ευκολίες της σύγχρονης ζωής έκαναν δύσκολη τη ζωή του ανθρώπου».

Με πληροφορίες από Wikipedia
© 2026 - Livemedia. All Rights Reserved