Το ελληνικό καλοκαίρι του Ζακ Λακαριέρ «Στην Ελλάδα η ομορφιά δεν μαθαίνεται πο...
Το ελληνικό καλοκαίρι του Ζακ Λακαριέρ
«Στην Ελλάδα η ομορφιά δεν μαθαίνεται ποτέ, είναι αυθόρμητη, αυτόχθονη όπως τ' άσπρα κεντίδια των κυμάτων πάνω στην άμμο, όπως η μελετημένη συμμετρία των κυπαρισσιών σε όλο το μήκος των δρόμων, σαν μία πανδαισία χρωμάτων σε πόρτες και παράθυρα, ή σαν το πολύχρωμο έμβλημα των ελληνικών ενδυμάτων και κοσμημάτων. Διότι η ομορφιά είναι μία μάχη, είναι η νίκη του φωτός πάνω στη σκιά», έγραφε ο Ζακ Λακαριέρ στο «Ελληνικό καλοκαίρι».
Ο Λακαριέρ, με βαθιά γνώση της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας και της νεότερης ιστορίας, με αγαπημένους προορισμούς και μακρόχρονο τόπο κατοικίας την Υδρα και την Πάτμο, αλλά ταξιδεύοντας και αγαπώντας την Ελλάδα στο σύνολό της, από την Πελοπόννησο και την Κρήτη ώς το Αγιον Ορος και τη χερσόνησο του Αθω, έθεσε στο φως κάθε μικρό, λιτό και ελληνικό θραύσμα του παρελθόντος ή του παρόντος που η αισθητική του εξακολουθεί μέχρι σήμερα να συμπυκνώνει ιδανικά αυτό που σημαίνει αισθητική της ελληνικότητας.
«Εκανα το πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα στα 1947 και το τελευταίο το φθινόπωρο του 1966», έγραφε ο Λακαριέρ. «Η τελευταία εικόνα μου: ένα νησί του Αιγαίου, άδεντρο, μ' ένα μοναδικό χωριό· τοπίο απογυμνωμένο με τη μιζέρια και την ομορφιά συναρμοσμένες σαν δυο πλαγιές του ίδιου λόφου. Μιζέρια και ομορφιά. Σύζευξη των αντιθέτων, όπως η φράση του Ηράκλειτου που τα κυκλαδίτικα τοπία δεν παύουν να τη συλλαβίζουν μέσα στο φως τους: "Αρμονίη κόσμου παλίντροπος". Αν η εικόνα αυτού του χαμένου νησιού παραμένει μέσα μου τόσο έντονη, είναι ίσως επειδή στάθηκε η τελευταία. Ωστόσο, κοιτώντας από την απόσταση του χρόνου, συνειδητοποιώ μέχρι ποίου σημείου μπλέκονται μέσα στη μνήμη μου οι αναμνήσεις σαν σε παιχνίδι αινιγματικό. Γιατί τάχα ορισμένες τους, τόσο ανώνυμες φαινομενικά, παραμένουν επίμονες λες κι ήθελαν να υπογραμμίσουν ένα μήνυμα που το νόημά του δεν καταφέρνω ακόμα να συλλάβω;»
Και ακόμα: «Σε αντίθεση προς τους μύθους, η ελληνική ιστορία, λογοτεχνία και φιλοσοφία δεν μου πρόσφεραν παρά μια σειρά από απατηλές εικόνες, συμβατικές αλλά απίστευτα έμμονες, αφού, για πολλούς, εξακολουθούν να σημαίνουν Ελλάδα. Ησαν εικόνες μιας χώρας από ερείπια, κολόνες, σωριασμένες προσόψεις και τάφους ξεκοιλιασμένους πάνω στη χλόη των δασών. Ανθρώπινα όντα κοσμούσαν συχνά αυτά τα ερείπια, αλλά είχαν την ακινησία του μαρμάρου· ντυμένα με άσπρους χιτώνες, κοίταζαν τη θάλασσα ή τον ουρανό, σε στάσεις ιερατικές, λες κι ο χρόνος, η ιστορία, η διάρκεια στην Ελλάδα να υπήρξαν απλώς μια μακρόχρονη ακινητοποιημένη ενατένιση».
more...
«Στην Ελλάδα η ομορφιά δεν μαθαίνεται ποτέ, είναι αυθόρμητη, αυτόχθονη όπως τ' άσπρα κεντίδια των κυμάτων πάνω στην άμμο, όπως η μελετημένη συμμετρία των κυπαρισσιών σε όλο το μήκος των δρόμων, σαν μία πανδαισία χρωμάτων σε πόρτες και παράθυρα, ή σαν το πολύχρωμο έμβλημα των ελληνικών ενδυμάτων και κοσμημάτων. Διότι η ομορφιά είναι μία μάχη, είναι η νίκη του φωτός πάνω στη σκιά», έγραφε ο Ζακ Λακαριέρ στο «Ελληνικό καλοκαίρι».
Ο Λακαριέρ, με βαθιά γνώση της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας και της νεότερης ιστορίας, με αγαπημένους προορισμούς και μακρόχρονο τόπο κατοικίας την Υδρα και την Πάτμο, αλλά ταξιδεύοντας και αγαπώντας την Ελλάδα στο σύνολό της, από την Πελοπόννησο και την Κρήτη ώς το Αγιον Ορος και τη χερσόνησο του Αθω, έθεσε στο φως κάθε μικρό, λιτό και ελληνικό θραύσμα του παρελθόντος ή του παρόντος που η αισθητική του εξακολουθεί μέχρι σήμερα να συμπυκνώνει ιδανικά αυτό που σημαίνει αισθητική της ελληνικότητας.
«Εκανα το πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα στα 1947 και το τελευταίο το φθινόπωρο του 1966», έγραφε ο Λακαριέρ. «Η τελευταία εικόνα μου: ένα νησί του Αιγαίου, άδεντρο, μ' ένα μοναδικό χωριό· τοπίο απογυμνωμένο με τη μιζέρια και την ομορφιά συναρμοσμένες σαν δυο πλαγιές του ίδιου λόφου. Μιζέρια και ομορφιά. Σύζευξη των αντιθέτων, όπως η φράση του Ηράκλειτου που τα κυκλαδίτικα τοπία δεν παύουν να τη συλλαβίζουν μέσα στο φως τους: "Αρμονίη κόσμου παλίντροπος". Αν η εικόνα αυτού του χαμένου νησιού παραμένει μέσα μου τόσο έντονη, είναι ίσως επειδή στάθηκε η τελευταία. Ωστόσο, κοιτώντας από την απόσταση του χρόνου, συνειδητοποιώ μέχρι ποίου σημείου μπλέκονται μέσα στη μνήμη μου οι αναμνήσεις σαν σε παιχνίδι αινιγματικό. Γιατί τάχα ορισμένες τους, τόσο ανώνυμες φαινομενικά, παραμένουν επίμονες λες κι ήθελαν να υπογραμμίσουν ένα μήνυμα που το νόημά του δεν καταφέρνω ακόμα να συλλάβω;»
Και ακόμα: «Σε αντίθεση προς τους μύθους, η ελληνική ιστορία, λογοτεχνία και φιλοσοφία δεν μου πρόσφεραν παρά μια σειρά από απατηλές εικόνες, συμβατικές αλλά απίστευτα έμμονες, αφού, για πολλούς, εξακολουθούν να σημαίνουν Ελλάδα. Ησαν εικόνες μιας χώρας από ερείπια, κολόνες, σωριασμένες προσόψεις και τάφους ξεκοιλιασμένους πάνω στη χλόη των δασών. Ανθρώπινα όντα κοσμούσαν συχνά αυτά τα ερείπια, αλλά είχαν την ακινησία του μαρμάρου· ντυμένα με άσπρους χιτώνες, κοίταζαν τη θάλασσα ή τον ουρανό, σε στάσεις ιερατικές, λες κι ο χρόνος, η ιστορία, η διάρκεια στην Ελλάδα να υπήρξαν απλώς μια μακρόχρονη ακινητοποιημένη ενατένιση».
more...





