Φωτεινή Στεφανίδη: «Βαθυκόκκινος Νοέμβρης, των σιωπηλών απολογισμών»...
Φωτεινή Στεφανίδη: «Βαθυκόκκινος Νοέμβρης, των σιωπηλών απολογισμών»
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Τα φύλλα του αμπελιού λίγο-λίγο κιτρίνισαν.
Έγιναν τώρα καφετιά και κόκκινα. Ο αγέρας
τα σεργιανάει το απόγευμα. Πασκίζουμε
να δέσουμε την προσοχή μας μ' ενα χρώμα με μια πέτρα
με το περπάτημα του μερμηγκιού. Ένας βάβουλας
που σεργιανάει σ' ένα φύλλο ξερό κάνει το θόρυβο
σα να περνάει ένα τραμ. Απ' αυτό
καταλαβαίνουμε τη σιγαλιά που κατάκατσε μέσα μας
Παράξενος καιρός – σωστό καλοκαίρι».
Γιάνννης Ρίτσος (από τα Ημερολόγια εξορίας)
«Ήρθε σκουραίνοντας τα κόκκινα, βαθαίνοντάς τα σιγά σιγά μέχρι να τα φτάσει στα μαύρα του χειμώνα. Ήρθε με τη σιγανή του τη βροχή να ξεπλύνει το αίμα του Οκτώβρη: τους χυμούς των ροδιών, το κρασί που έσταξε στο πάτωμα, το αίμα το παλιό, εκείνο που δεν καθαρίζει, το ροδαλό χρώμα από τα μάγουλα, μαζί και τις κόκκινες, τις ρόδινες χαρές που γίναν λύπες. Ήρθε με τα κυδώνια του, με τα σταφύλια του τα χειμωνιάτικα, με το κρασί του φρέσκο φρέσκο, με τις γιορτές του, τους γιατρούς τους Ανάργυρους που τώρα κι αν είναι μόνοι και διωκώμενοι, τις Κατερίνες του, τους Αρχαγγέλους του, τις μικρές, τρυφερές Μαρίες του. Ήρθε o Νοέμβρης κι ο καλογιάννος πρωί και βράδυ γλυκαίνει τις μέρες μας, τόσο δα πλασματάκι. Ήρθε κι είμαστε πάλι απροετοίμαστοι, πάλι σκουπίζουμε την τελευταία σταγόνα θάλασσας, πάλι δεν βρίσκουμε το μάλλινο, και παγώνουν χέρια, γόνατα, καρδιές».
Μιλάμε με τη Φωτεινή για τον Νοέμβρη, εδώ απ’ την αυλή της την κατάφορτη από γιασεμιά και ρόδια. Κι ένα μικρό άγριο κυκλάμινο στο κάτω αυλιδάκι. Α, και τον κοκκινολαίμη που ενώ κατακλύζει την αυλή με το τραγούδι του, κρυβεται φέτος μες στις φυλλωσιές, ο παιχνιδιάρης.
-Πώς μας υποδέχεται;
Με τα πιο τρυφερά γενέθλια, μαζί και τη γιορτή των Αγίων Αναργύρων, κι ακόμα με τα πέντε όλα κι όλα ανθάκια στο αγριοκυκλάμινο της γλαστρούλας. Φέρνει ένα τσουβάλι καρύδια κι ένα καλάθι κάστανα, κοντά τους κι ένα ζωγραφιστό όπως είναι πεσμένο στο χώμα.
-Και τι του ζητάμε;
Να μας συγχωρέσει που δεν τον πιστεύουμε. Που νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα. Μόνο να σταματήσουμε την κατρακύλα μας. Να σταματήσουμε να πνίγουμε την άρτια ζωή που μας δόθηκε για χάρη της άλλης, αυτής της ελεεινής που κατασκευάσαμε και καμαρώνουμε τώρα τ’ αποτελέσματα. Ολική επανεκκίνηση με σκέψη, σύνεση, καλοσύνη, μαζί με συγνώμη.
-Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει…
Όχι, το αντίθετο, ευγνωμοσύνη γι’ αυτό που μας δίνει ο κάθε μήνας, κι έτσι όπως ανταμώνουμε εδώ -πόσα χρόνια Γιώργο βρέξει χιονίσει- και λέμε τα ίδια θαρρείς, που ίδια όμως δεν είναι, ο ιερός ρυθμός κι αν επαναλαμβάνεται, κι αν φτιάχνει κύκλους, ποτέ δεν είναι ίδιοι, ποτέ δεν αντιγράφει η φύση τον εαυτό της. Κι αν υπάρχει πίκρα είναι που δεν μπαίνει ο νους του ανθρώπου πια στη λογική, στην ελευθερία της φύσης και να λυθούν τα ζητήματα ένα ένα. Μα τι λέω, η φύση δε ζητάει ανταλλάγματα, κι ίσα ίσα γιατρεύει τις πληγές που τις κάνουμε και μας ξαναδίνεται. Ωστόσο κάποτε θα έρθει μια μέρα αλλιώτικη, σαν «τη σιγαλιά που κατάκατσε μέσα μας».
-Νοέμβρης με Ημερολόγιο του Ρίτσου;
Γράφτηκε Νοέμβρη, όπως και πολλά άλλα από τα Ημερολόγια, κάθε μέρα του Νοέμβρη, ένα, δυο, τρία ποιήματα. Με την ανάσα του πατέρα κοντά. Κι είναι και η διική μου τώρα μιας και ετοιμάζουμε έκθεση αναδρομική ξεκινώντας από τα δύσκολα χρόνια. Ψάχνω στα Ημερολόγια και βρίσκω θησαυρούς, το ίδιο και στα ντοσιέ με τα σχέδια. Παντού Νοεμβριάτικο χρώμα. Θα τα πούμε κι αυτά σαν πλησιάσει η ώρα.
-Αδιατάρακτος ο Νοέμβρης και φέτος;
Ονειρεύομαι να σωπάσουν όλες οι φωνές, ν' ακούγεται καθαρά το αηδόνι του χειμώνα, που μας κάνει τη χάρη κι έρχεται στην πόλη, ο κοκκινολαίμης. Ονειρεύομαι να ξυπνήσω. Να ’ρθει μια αφύπνιση σε όλον τον κόσμο, φαίνονται και καλά σημάδια όσο κι αν τ’ αρνητικά θεριεύουν σαν ζιζάνια πνίγοντας ρόδα. Ένα Νοέμβρη θα ’θελα ωραίο παλικάρι να κάθεται πλάι στην ξυλόσομπα με τα μαλλιά ακόμη βρεγμένα απ’ το λιομάζωμα που μπήκε μες στο σπίτι γιατί τον βρήκε ψιχάλα. Να έχει στο τραπέζι του κρασί, ψωμί και λάδι καταπράσινο, και δίπλα ελιές, όσπριο, κυδώνι, μελοκάρυδο. Τίποτε άλλο.
Στην εικόνα ο παιχνιδιάρης κοκκινολαίμης στην από τις σημειώσεις των Κήπων, αβγοτέμπερα
more...
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Τα φύλλα του αμπελιού λίγο-λίγο κιτρίνισαν.
Έγιναν τώρα καφετιά και κόκκινα. Ο αγέρας
τα σεργιανάει το απόγευμα. Πασκίζουμε
να δέσουμε την προσοχή μας μ' ενα χρώμα με μια πέτρα
με το περπάτημα του μερμηγκιού. Ένας βάβουλας
που σεργιανάει σ' ένα φύλλο ξερό κάνει το θόρυβο
σα να περνάει ένα τραμ. Απ' αυτό
καταλαβαίνουμε τη σιγαλιά που κατάκατσε μέσα μας
Παράξενος καιρός – σωστό καλοκαίρι».
Γιάνννης Ρίτσος (από τα Ημερολόγια εξορίας)
«Ήρθε σκουραίνοντας τα κόκκινα, βαθαίνοντάς τα σιγά σιγά μέχρι να τα φτάσει στα μαύρα του χειμώνα. Ήρθε με τη σιγανή του τη βροχή να ξεπλύνει το αίμα του Οκτώβρη: τους χυμούς των ροδιών, το κρασί που έσταξε στο πάτωμα, το αίμα το παλιό, εκείνο που δεν καθαρίζει, το ροδαλό χρώμα από τα μάγουλα, μαζί και τις κόκκινες, τις ρόδινες χαρές που γίναν λύπες. Ήρθε με τα κυδώνια του, με τα σταφύλια του τα χειμωνιάτικα, με το κρασί του φρέσκο φρέσκο, με τις γιορτές του, τους γιατρούς τους Ανάργυρους που τώρα κι αν είναι μόνοι και διωκώμενοι, τις Κατερίνες του, τους Αρχαγγέλους του, τις μικρές, τρυφερές Μαρίες του. Ήρθε o Νοέμβρης κι ο καλογιάννος πρωί και βράδυ γλυκαίνει τις μέρες μας, τόσο δα πλασματάκι. Ήρθε κι είμαστε πάλι απροετοίμαστοι, πάλι σκουπίζουμε την τελευταία σταγόνα θάλασσας, πάλι δεν βρίσκουμε το μάλλινο, και παγώνουν χέρια, γόνατα, καρδιές».
Μιλάμε με τη Φωτεινή για τον Νοέμβρη, εδώ απ’ την αυλή της την κατάφορτη από γιασεμιά και ρόδια. Κι ένα μικρό άγριο κυκλάμινο στο κάτω αυλιδάκι. Α, και τον κοκκινολαίμη που ενώ κατακλύζει την αυλή με το τραγούδι του, κρυβεται φέτος μες στις φυλλωσιές, ο παιχνιδιάρης.
-Πώς μας υποδέχεται;
Με τα πιο τρυφερά γενέθλια, μαζί και τη γιορτή των Αγίων Αναργύρων, κι ακόμα με τα πέντε όλα κι όλα ανθάκια στο αγριοκυκλάμινο της γλαστρούλας. Φέρνει ένα τσουβάλι καρύδια κι ένα καλάθι κάστανα, κοντά τους κι ένα ζωγραφιστό όπως είναι πεσμένο στο χώμα.
-Και τι του ζητάμε;
Να μας συγχωρέσει που δεν τον πιστεύουμε. Που νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα. Μόνο να σταματήσουμε την κατρακύλα μας. Να σταματήσουμε να πνίγουμε την άρτια ζωή που μας δόθηκε για χάρη της άλλης, αυτής της ελεεινής που κατασκευάσαμε και καμαρώνουμε τώρα τ’ αποτελέσματα. Ολική επανεκκίνηση με σκέψη, σύνεση, καλοσύνη, μαζί με συγνώμη.
-Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει…
Όχι, το αντίθετο, ευγνωμοσύνη γι’ αυτό που μας δίνει ο κάθε μήνας, κι έτσι όπως ανταμώνουμε εδώ -πόσα χρόνια Γιώργο βρέξει χιονίσει- και λέμε τα ίδια θαρρείς, που ίδια όμως δεν είναι, ο ιερός ρυθμός κι αν επαναλαμβάνεται, κι αν φτιάχνει κύκλους, ποτέ δεν είναι ίδιοι, ποτέ δεν αντιγράφει η φύση τον εαυτό της. Κι αν υπάρχει πίκρα είναι που δεν μπαίνει ο νους του ανθρώπου πια στη λογική, στην ελευθερία της φύσης και να λυθούν τα ζητήματα ένα ένα. Μα τι λέω, η φύση δε ζητάει ανταλλάγματα, κι ίσα ίσα γιατρεύει τις πληγές που τις κάνουμε και μας ξαναδίνεται. Ωστόσο κάποτε θα έρθει μια μέρα αλλιώτικη, σαν «τη σιγαλιά που κατάκατσε μέσα μας».
-Νοέμβρης με Ημερολόγιο του Ρίτσου;
Γράφτηκε Νοέμβρη, όπως και πολλά άλλα από τα Ημερολόγια, κάθε μέρα του Νοέμβρη, ένα, δυο, τρία ποιήματα. Με την ανάσα του πατέρα κοντά. Κι είναι και η διική μου τώρα μιας και ετοιμάζουμε έκθεση αναδρομική ξεκινώντας από τα δύσκολα χρόνια. Ψάχνω στα Ημερολόγια και βρίσκω θησαυρούς, το ίδιο και στα ντοσιέ με τα σχέδια. Παντού Νοεμβριάτικο χρώμα. Θα τα πούμε κι αυτά σαν πλησιάσει η ώρα.
-Αδιατάρακτος ο Νοέμβρης και φέτος;
Ονειρεύομαι να σωπάσουν όλες οι φωνές, ν' ακούγεται καθαρά το αηδόνι του χειμώνα, που μας κάνει τη χάρη κι έρχεται στην πόλη, ο κοκκινολαίμης. Ονειρεύομαι να ξυπνήσω. Να ’ρθει μια αφύπνιση σε όλον τον κόσμο, φαίνονται και καλά σημάδια όσο κι αν τ’ αρνητικά θεριεύουν σαν ζιζάνια πνίγοντας ρόδα. Ένα Νοέμβρη θα ’θελα ωραίο παλικάρι να κάθεται πλάι στην ξυλόσομπα με τα μαλλιά ακόμη βρεγμένα απ’ το λιομάζωμα που μπήκε μες στο σπίτι γιατί τον βρήκε ψιχάλα. Να έχει στο τραπέζι του κρασί, ψωμί και λάδι καταπράσινο, και δίπλα ελιές, όσπριο, κυδώνι, μελοκάρυδο. Τίποτε άλλο.
Στην εικόνα ο παιχνιδιάρης κοκκινολαίμης στην από τις σημειώσεις των Κήπων, αβγοτέμπερα
more...





