1. Home
  2. News
  3. Ζητείται ψυχολόγος

Ζητείται ψυχολόγος

Ζητείται ψυχολόγος
Της ΧΑΡΙΚΛΕΙΑΣ ΤΣΟΚΑΝΗ*
 
Σε μια πανψυχολογική εποχή – όπως η δική μας- κάθε εικοσάχρονος που «σέβεται τον εαυτό του» δεν μπορεί να μην θεωρεί ως βασική υποχρέωσή του να έχει προσωπικό ψυχοθεραπευτή. Ιερείς με ειδικότητα ψυχολόγου και γυναίκες που συναγωνίζονται σε εμφάνιση φωτομοντέλα της εποχής, αλλά και πάμπολλοι άλλοι ειδικοί του επαγγέλματος, περισσότερο ή λιγότερο ή και καθόλου επαρκείς, έχουν ριχτεί στον αγώνα για ν’ ανταποκριθούν στην ζήτηση που φαίνεται διαρκώς ν’ αυξάνεται.
 
Έχουμε τόσο πολύ εθιστεί στην ιδέα αυτή, ώστε όταν σε κάποιο απόμακρο ορεινό σχολείο της χώρας -το οποίο μόλις και μετά βίας διαθέτει το απαραίτητο προσωπικό για την διδασκαλία των βασικών μαθημάτων- εντοπιστεί η απουσία του ψυχολόγου, θεωρείται πως το σχολείο υπολειτουργεί.
 
Το ερώτημα είναι: πώς δημιουργήθηκε η επιτακτική ανάγκη για έναν προσωπικό γιατρό της ψυχής μας, μια ανάγκη η οποία ολοένα και περισσότερο αναγνωρίζεται ως πρωταρχική ακόμη και για εκείνον που μόλις κάνει τα πρώτα του βήματα στην ζωή; Άραγε, ένας έφηβος ή ένας νέος άνθρωπος ζητεί να θεραπευθεί από τα τραύματα της ψυχής του που του τα δημιούργησαν οι προπάτορές του, όπως ο πιστός Χριστιανός ζητεί να ιαθεί από το αμάρτημα των πρωτοπλάστων; Η σύγκριση φαίνεται αδιανόητη. Κι όμως, ακόμη και τα παιδιά στην εποχή μας χρειάζονται, δυστυχώς, σε πολλές περιπτώσεις αυτή τη μορφή «κάθαρσης».
 
Ας εξαιρέσουμε εδώ τις περιπτώσεις εκείνες που τα παιδιά υποφέρουν από κακότροπους γονείς και δυστυχούν, και που χρειάζεται να αμβλυνθεί η δυστυχία τους από την στοργή των υπολοίπων ανθρώπων, από την πολιτεία και από τη συνδρομή των ψυχολόγων. Τι είναι όμως αυτό που κάνει ένα μεγάλο μέρος του υπόλοιπου νεανικού πληθυσμού – ας παραβλέψουμε επί του παρόντος τον ενήλικο πληθυσμό- να έχει την ανάγκη ψυχολόγου;
 
Δεν θα είναι λίγοι αυτοί που στο συγκεκριμένο ερώτημα θα αντέτειναν μια αγανακτισμένη απάντηση: «δεν βλέπετε την κοινωνία γύρω σας; Την διάλυση των οικογενειακών σχέσεων, την εξάλειψη της κοινοτικής ζωής, την καταπίεση που υφίστανται τα άτομα σε πολλούς τομείς της εργασίας τους;». Σύμφωνοι με όλα αυτά. Μήπως, όμως, θα έπρεπε να απαντηθεί και το εξής ερώτημα: τι ακριβώς ζητεί κανείς από τον ψυχολόγο;
 
Ασφαλώς το ερώτημα δεν δέχεται μία και μόνη απάντηση. Διότι άλλος χρειάζεται τον ψυχολόγο για να δώσει διέξοδο στην μοναξιά του συνομιλώντας με κάποιον που γνωρίζει ότι το απόρρητο της συνομιλίας είναι εξασφαλισμένο, όπως ο εξομολογούμενος το γνωρίζει για τον εξομολογητή ιερέα που τον παρηγορεί. Άλλος χρειάζεται τον ψυχολόγο για να τον κάνει να σκεφτεί τα κινήματα της ψυχής του: τις διαθέσεις και τα συναισθήματά του απέναντι στους συνανθρώπους του και στον εαυτό του. Σ΄ αυτήν την περίπτωση ο ψυχολόγος είναι κάποιος που προμηθεύει ένα είδος πρώτης ύλης για σκέψεις αντλημένη από τον αναλυόμενο την οποία εκείνος είτε θα συγκρατήσει ως έχει είτε θα την επαναπροσδιορίσει με την βοήθεια του αναλυτή του. Και άλλος πάλι τον χρειάζεται για να του εξηγεί ή να τον οδηγεί στο να εξηγεί από μόνος του συμπεριφορές ή πράξεις του ή ακόμη και τις πράξεις εκείνων που σχετίζονται μαζί του τις οποίες αδυνατεί από μόνος του να κατανοήσει. Οι λόγοι και οι αφορμές για την επίσκεψη στον ψυχολόγο φαίνεται να είναι πολλές και διαφορετικές. Οι αιτίες όμως της αδυναμίας όλο και περισσότερων ανθρώπων να ζήσουν σήμερα χωρίς ψυχολογική υποστήριξη είναι αρκετά συγκεκριμένες.
 
Ας δούμε μερικές απ’ αυτές. Μια από τις πιο βασικές είναι εκείνη που παραδόξως κάνει τον σύγχρονο άνθρωπο να υπερηφανεύεται. Είναι η αποδοχή κυριαρχίας της αρχής της ατομικότητας έναντι της συλλογικότητας. Ή διαφορετικά, η παντός είδους ικανοποίηση των λεγόμενων ατομικών δικαιωμάτων έναντι του σεβασμού των συλλογικών πεποιθήσεων: έχω το δικαίωμα να είμαι άθεος και να υβρίζω την θρησκευτική πίστη των πολλών ή έχω το δικαίωμα να ντύνομαι όσο προκλητικά θέλω αδιαφορώντας για την αισθητική και ηθική άποψη των πολλών. Υιοθετώντας κανείς αυτή την ελευθεριάζουσα μορφή κοινωνικής συμπεριφοράς, αποκόπτοντας δηλαδή κατ’ αυτόν τον τρόπο τους δεσμούς του από την οργανωμένη συλλογικότητα νιώθει πως είναι ελεύθερος.
 
Όμως το ζήτημα δεν είναι απλό. Διότι η έμφαση που δίδεται σήμερα στην ατομικότητα κλονίζει το αντιστήριγμα της συλλογικότητας που θεμελίωσε τις κοινωνίες. Τόσο στο ζωικό όσο και στο ανθρώπινο βασίλειο οι κοινωνίες χαρακτηρίζονται από την υποταγή και υπακοή των μελών τους στους κανόνες της οργάνωσής τους. Στην ανθρώπινη κοινωνία όμως ήταν το ξεχώρισμα και η απομάκρυνση του ατόμου από το κοινωνικό συμπαγές που έδωσε την δημιουργική ώθηση για την εξέλιξη των κοινωνιών, όπως έχει προ πολλού επισημάνει ο Μπερξόν. Από τη μια λοιπόν η κοινωνία θέτει τροχοπέδη στην ατομικότητα και από την άλλη η ατομικότητα υπονομεύει την κοινωνική συνοχή. Η ισορροπία είναι πολύ λεπτή. Υπήρξαν εποχές όπου οι κοινωνίες απλώς ανέχθηκαν τα εξατομικευμένα δημιουργικά πνεύματα και άλλες όπου η ατομικότητα καταπιέστηκε και η δημιουργικότητα ανεστάλη από ένα ένστικτο αυτοσυντήρησης των κοινωνιών, οι οποίες διατηρήθηκαν σε στατικότητα προκειμένου να συνεχίσουν να υπάρχουν έως ότου αποκτήσουν την δύναμη ανανέωσής τους, όπως ένα φυτό που δεν ανθίζει έως ότου αποκτήσει ξανά την γονιμοποιητική του ορμή. Μέσα απ’ αυτήν την αργή, επίπονη αναμέτρηση φαίνεται να προχωρούν και να εξελίσσονται οι κοινωνίες, σύμφωνα με τον Λούις Μάμφορντ.
 
Για πρώτη φορά, όμως, στην ιστορία του πολιτισμένου κόσμου εγείρεται τόσο επίμονα το αίτημα κυριαρχίας της ατομικότητας απέναντι στην οργανωμένη συλλογικότητα. Τέτοιο είναι και το αίτημα όλων αυτών των νεόκοπων κινημάτων με την μορφή μικροσυλλογικοτήτων όπως οι ΛΟΑΤΚΙ, οι οπαδοί της Woke «κουλτούρας» και άλλοι οι οποίοι δεν υποστηρίζουν κανένα άλλο κοινό τους χαρακτηριστικό παρά μόνον το δικαίωμα της απόλυτης ατομικής ελευθερίας στο να πράττουν και να εκφράζονται ανεξέλεγκτα σε όποιο κοινωνικό πεδίο κι αν βρεθούν.
 
Η λέξη ατομική ελευθερία όταν εκφέρεται από τα χείλη τέτοιων ατόμων εννοείται με ένα πολύ πρωτότυπο τρόπο, μ’ έναν τρόπο που δεν λογαριάζει ούτε τα ιστορικά ούτε τα ανθρωπολογικά δεδομένα. Κυρίως εννοείται ως κάτι απολύτως δεδομένο και καθόλου κατακτημένο. Ακροθιγώς εδώ θα ασχοληθούμε, εν συντομία, με την ευαίσθητη έννοια της ελευθερίας. Κατ’ αρχάς, στον σκεπτόμενο άνθρωπο γίνεται αντιληπτό ότι κανείς δεν γεννιέται ελεύθερος αλλά ότι έγκειται στην δημιουργική δύναμη του ανθρώπου να καταστεί κάποτε ελεύθερος. Με απλά λόγια: το παιδί δεν είναι ελεύθερο επειδή γεννήθηκε άνθρωπος, αλλά επειδή, αφού ανατραφεί επί τη βάσει ορισμένων αρχών, μπορεί να αποδείξει κατά την ενηλικίωσή του ότι είναι, πράγματι, ελεύθερο. Είναι φανερό ότι σε κανένα παιδί δεν επιτρέπεται η ελευθερία, αλλά ότι του επιβάλλονται χρήσιμες απαγορεύσεις ώστε να τις ενσωματώσει στην συμπεριφορά του προκειμένου να προβεί αργότερα στην καλή χρήση της ελευθερίας του, όταν αποκτήσει συνείδηση των δυνατοτήτων της ατομικότητας και προσωπικότητάς του.
 
Όπου δεν έχει εφαρμοσθεί η ωφέλιμη αρχή περιορισμού της ελευθερίας στο παιδί κινδυνεύει αυτό, ως έφηβος, να γνωρίσει ό,τι αποκαλείται σήμερα κρίση ταυτότητας. Πολλοί νέοι που δεν γνώρισαν τον συνετό περιορισμό της ελευθερίας τους στον οικογενειακό τους κύκλο τυραννιούνται απ’ αυτήν την κρίση που κάποια στιγμή θα τους στείλει στο κατώφλι ενός ψυχολόγου. Μια από τις βασικές αιτίες είναι λοιπόν η θολή εντύπωση την οποία έχουν κάποιοι περί της ελευθερίας. Με βάση αυτήν την εντύπωση χρωματίζονται οι σχέσεις τους με τους γονείς τους, με τους οικείους τους και με τους φίλους τους. Μια άρνηση εκ μέρους των γονιών τους στις ιδιότροπες επιλογές τους μπορεί να θεωρηθεί ως έλλειψη αγάπης και κατανόησης εκ μέρους τους. Πρώτη αίσθηση αποξένωσης από τον κόσμο είναι η αίσθηση ότι σε αμφισβητεί το οικείο περιβάλλον σου. Έτσι ο έφηβος - όντας στην ηλικία που πασχίζει να διαμορφώσει μια ταυτότητα, να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως κάποιον που κατανοεί το γιατί αγαπά την ζωή, και επί τη βάσει τίνων αρχών θα ήθελε να την ζήσει - άκουσε από τους μεγαλυτέρους του πως είναι ελεύθερος και το πίστεψε.
 
‘Αλλωστε έναν τέτοιον έφηβο κανείς δεν φαίνεται να τον εμποδίζει σήμερα. Όταν του αναγνωρίζεται να έχει γνώμη όχι μόνον για το ντύσιμό του και τις διατροφικές του συνήθειες, αλλά και για το πώς θα συμπεριφέρεται στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο απέναντι σε συνομιλήκους και μεγαλυτέρους χωρίς να λογοδοτεί στον εαυτό του και στους άλλους, η συμπεριφορά του αυτή πιστοποιεί στην πράξη αυτό το οποίο η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα του επιτρέπει. Για τούτο μπορεί να μουτζουρώνει τοίχους κατοικιών, ταμπέλες οδών και να βιαιοπραγεί προς ομηλίκους και μεγαλυτέρους προκειμένου να επιβεβαιώνεται η ιδιότυπη ελευθερία που παιδιόθεν του αναγνωρίζεται σιωπηρώς. Αρκετοί μικροί και μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι στην εποχή μας ενηλικιώθηκαν και ενηλικιώνονται με βάση αυτήν την ιδέα περί ελευθερίας. Εγκαθίστανται μέσα σ’ αυτήν σαν στο σπίτι τους και δεν μπορούν να φαντασθούν ότι το ίδιο κάνουν και πολλοί άλλοι σαν κι αυτούς. Έτσι υψώνονται τα τείχη ανάμεσα στους ανθρώπους. Μόνος φρουρός στην πύλη στέκεται τώρα ο ψυχοθεραπευτής.
 
*Χαρίκλεια Τσοκανή, Επίκουρη Καθηγήτρια Μουσικής, Επικοινωνίας και Μυθολογίας, Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Τελευταίο βιβλίο της : Πρόσωπα του μύθου, του θρύλου, της μουσικής, εκδ. Παπαζήση.
© 2026 - Livemedia. All Rights Reserved